Κυριακή 12 Δεκεμβρίου 2010

Η ΑΠΌ 1η Ιουνίου 2010 απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων-Υπόθεση Jose Manuel Blanco Perez (C-570/07 και C-570/07

Σήμερα εγκαινιάζουμε μια νέα κατηγορία αναρτήσεων.

Αναρτήσεις στις οποίες οι προσεγγίσεις των θεμάτων γίνονται από άλλους επαγγελματίες , επαγγελματικούς κλάδους-φορείς και έχουν πάντα να κάνουν με τον φαρμακοποιό και το φάρμακο.
Είμαστε λοιπόν σήμερα στην ευχάριστη θέση να σας παρουσιάσουμε την Κα Εύα Κων. Κίτσιου δικηγόρο Αθηνών με εξειδίκευση στο Δικαίου της Υγείας.
Τα παρακάτω αποτελούν αναδημοσίευση εργασίας της και αφορούν τα όρια και τους περιορισμούς που θέτει κάθε κράτος σε ότι έχει να κάνει με το φάρμακο.
Ας ανοίξουμε λοιπόν το μυαλό μας , ας ακονίσουμε την σκέψη μας και ας πάρουμε τα καλύτερα εφόδια για τα δύσκολα που έρχονται.
Βασικές αρχές του φαρμακευτικού δικαίου σύμφωνα με την από 1η Ιουνίου 2010 απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων-Υπόθεση Jose Manuel Blanco Perez (C-570/07 και C-570/07).
Σύμφωνα με την από 01/06/2010 απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής ΔΕΚ), εθνική ρύθμιση με την οποία επιβάλλονται όρια στη χορήγηση των αδειών ιδρύσεως νέων φαρμακείων (γεωγραφικά, πληθυσμιακά) δεν αντίκειται κατ’ αρχήν στην κοινοτική αρχή της ελεύθερης εγκατάστασης (άρθρο 49 της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο εξής ΣΛΕΕ). Η αρχή της ελεύθερης εγκατάστασης θίγεται, εφόσον οι εθνικοί νομοθετικοί περιορισμοί «εμποδίζουν, σε κάθε γεωγραφική ζώνη με ιδιαίτερα δημογραφικά χαρακτηριστικά, την ίδρυση επαρκούς αριθμού φαρμακείων ικανών να εξασφαλίσουν την κατάλληλη φαρμακευτική υπηρεσία» (σκ. 113 και 114).
Η ιδιαίτερη έννομη σημασία της ανωτέρω απόφασης έγκειται στο ότι διατυπώνονται για πρώτη φορά βασικές αρχές δεσμεύουσες υποχρεωτικά τα κράτη-μέλη κατά τη διαμόρφωση της φαρμακευτικής πολιτικής τους και της πολιτικής υγείας εν γένει, ενώ μέχρι πρότινος η κοινοτική νομολογία περιοριζόταν στην απλή παράθεση των γενικών αρχών που διέπουν το δίκαιο της δημόσιας υγείας και του φαρμάκου ειδικότερα.
Οι θεμελιώδεις- και παραδεδεγμένες πλέον- ρυθμιστικές αρχές της κοινοτικής αγοράς του φαρμάκου, οι οποίες επαναλαμβάνονται στο σκεπτικό της συγκεκριμένης δικαστικής απόφασης συνίστανται στα εξής:
i) Η υγεία και η ζωή των ανθρώπων κατέχουν την πρώτη θέση μεταξύ των αγαθών και των συμφερόντων που προστατεύει η Συνθήκη, και εναπόκειται στα κράτη-μέλη να καθορίζουν το επίπεδο προστασίας της υγείας που επιθυμούν να εξασφαλίσουν εντός της έννομης τάξης τους, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο θα επιτευχθεί το σκοπούμενο επίπεδο.
ii) Το κοινοτικό δίκαιο δεν θίγει την αρμοδιότητα των κρατών-μελών να διαρρυθμίζουν τα εθνικά συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως και να θεσπίζουν, ειδικότερα, διατάξεις για την οργάνωση υγειονομικών υπηρεσιών, όπως τα φαρμακεία. iii) Οι διατάξεις της Συνθήκης περί θεμελιωδών ελευθεριών απαγορεύουν στα κράτη-μέλη να εισάγουν ή να διατηρούν σε ισχύ αδικαιολόγητους περιορισμούς στην άσκηση των ελευθεριών αυτών στον τομέα της παροχής υπηρεσιών υγείας.
Περαιτέρω, το ΔΕΚ έκρινε ότι οι κανόνες που διέπουν την ίδρυση των φαρμακείων, οι όροι εκμετάλλευσης τους, και δη η γεωγραφική κατανομή τους δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2005/36 για την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων, ούτε στο πεδίο εφαρμογής άλλου κοινοτικού νομοθετήματος, και οι οικείοι κανόνες εξετάζονται υπό το πρίσμα του άρθρου 49 της ΣΛΕΕ.
Στη συνέχεια, με την αυτή απόφαση αναγνωρίζονται ως αρχές του κοινοτικού φαρμακευτικού δικαίου:
i) Η κρατική εγγύηση του ασφαλούς και με ποιοτικά εχέγγυα εφοδιασμού του πληθυσμού με φάρμακα αποτελεί κοινοτικά αποδεκτό θεσμικό μέτρο προστασίας της δημόσιας υγείας και ασφαλιστική δικλείδα υψηλού επιπέδου προστασίας της υγείας. Η έννομη φύση της εν λόγω εγγύησης δύναται να δικαιολογήσει περιορισμούς στην κοινοτική αρχή της ελευθερίας της εγκαταστάσεως[1].
ii) Η αρχή της προφυλάξεως, υπό την έννοια ότι το κράτος δύναται να λαμβάνει μέτρα προστασίας της υγείας των ανθρώπων, οσάκις υφίστανται αμφιβολίες ως προς τη συνδρομή ή τη σημασία των κινδύνων για την υγεία των ατόμων, χωρίς να οφείλει να αναμένει να αποδειχθεί πλήρως το υπαρκτό των εν λόγω κινδύνων.
iii) Τα κράτη-μέλη έχουν την εξουσία να προβλέπουν ως προϋπόθεση για την εγκατάσταση νέων προσώπων που θα παρέχουν ιατρικές υπηρεσίες τη χορήγηση άδειας, στην περίπτωση που ο εν λόγω περιορισμός κρίνεται απαραίτητος για την κάλυψη ενδεχόμενων κενών στην πρόσβαση στις υγειονομικές υπηρεσίες και για την αποφυγή της δημιουργίας περιττών δομών έτσι ώστε να εξασφαλίζεται ιατρική περίθαλψη προσαρμοσμένη στις ανάγκες του κοινού, καλύπτουσα το σύνολο του εδάφους και λαμβάνουσα υπόψη τις απομονωμένες ή κατ’ άλλο τρόπο προβληματικές περιοχές. Η εν λόγω εξουσία εκτείνεται και στους παρέχοντες υγειονομικές υπηρεσίες στον τομέα των φαρμακείων.
Σύμφωνα, συνεπώς, με τις εν λόγω αρχές.....,, εάν ένα κράτος-μέλος κρίνει ότι υφίσταται κίνδυνος ελλείψεως φαρμακείων σε ορισμένα τμήματα του εδάφους του-και κατά συνέπεια κίνδυνος ασφαλούς και ποιοτικού εφοδιασμού σε φάρμακα-δύναται να θεσπίσει έναντι του εν λόγω κινδύνου-ακόμη κι αν δεν αποδειχθεί πλήρως το υπαρκτό του εν λόγω κινδύνου- θεσμικά μέτρα που στοχεύουν και διασφαλίζουν:
-Την ισόρροπη κατανομή των φαρμακείων εντός της επικράτειας του κράτους-μέλους (πληθυσμιακό κριτήριο-αντιστοιχία άδειας ίδρυσης με ορισμένο αριθμό κατοίκων).
-Την ισόρροπη κατανομή των φαρμακείων εντός της αυτής γεωγραφικής ζώνης (αποφυγή συγκέντρωσης-ελάχιστες αποστάσεις μεταξύ των φαρμακείων).
Η εξουσία των κρατών-μελών ως προς τη λήψη εθνικών θεσμικών μέτρων για τη διασφάλιση υψηλού επιπέδου φαρμακευτικών υπηρεσιών ασκείται εντός των ορίων που θέτει η αρχή της αναλογικότητας. Στην περίπτωση, συνεπώς, που τα ανωτέρω εθνικά μέτρα έχουν ως άμεσο ή έμμεσο έννομο αποτέλεσμα τον περιορισμό βασικών κοινοτικών ελευθεριών (όπως οι αρχές της ελεύθερης εγκατάστασης και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών εντός της κοινοτικής έννομης τάξης), τα κράτη-μέλη δεσμευόμενα από την αρχή της αναλογικότητας έχουν την εξουσία να θεσπίζουν μόνο τα εθνικά μέτρα που είναι αναγκαία και κατάλληλα για την επίτευξη του συγκεκριμένου σκοπού δημοσίου συμφέροντος, και εφόσον ο τελευταίος δεν μπορεί να επιτευχθεί με την επιβολή μέτρων που επηρεάζουν λιγότερο τις κοινοτικές ελευθερίες[2].
Με τη συγκεκριμένη απόφαση του, το ΔΕΚ προσδιορίζει ως ειδική μορφή αναλογικότητας στον δικαιϊκό χώρο της υγείας την επιδίωξη «με συνοχή και αποτελεσματικότητα» του στόχου της εξασφάλισης ασφαλούς και ποιοτικού εφοδιασμού του κοινού σε φάρμακα.
Στα πλαίσια, συνεπώς, της κοινοτικής έννομης τάξης, η θέσπιση μέτρων χωροταξικής κατανομής των φαρμακείων, που στοχεύουν στη διασφάλιση υπέρ όλων των ασθενών-καταναλωτών της ποσοτικής και ποιοτικής επάρκειας των φαρμάκων που κυκλοφορούν στην αγορά, συνιστά σκοπό δημοσίου συμφέροντος, δυνάμενο να δικαιολογήσει τυχόν περιορισμούς στις αρχές της ελεύθερης εγκατάστασης και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, υπό την έννομη προϋπόθεση ότι τα εν λόγω μέτρα επιδιώκουν με συνοχή και αποτελεσματικότητα την επίτευξη του εν λόγω επιδιωκόμενου στόχου.
--------------------------------------------------------------------------------
[1] Βλ. επίσης απόφαση της 19ης Μαϊου 2009, Επιτροπή κατά Ιταλίας, C-531/06, σκ. 35.
[2] Έτσι, το ΔΕΚ έκρινε ότι:
α) Η παρέκκλιση από το γενικό κανόνα της λειτουργίας φαρμακείου ανά ορισμένο αριθμό κατοίκων είναι νόμιμη στην περίπτωση των αγροτικών, των τουριστικών , των ορεινών ζωνών ή των ζωνών στις οποίες, λόγω των γεωγραφικών, δημογραφικών ή υγειονομικών χαρακτηριστικών τους η εφαρμογή των γενικών κριτηρίων δεν επιτρέπει την εξασφάλιση φαρμακευτικής υπηρεσίας.
β) Με κριτήριο τη συγκέντρωση του πληθυσμού, είναι νόμιμη η θέσπιση μικρότερης απόστασης μεταξύ των φαρμακείων, όταν η εφαρμογή του γενικού κανόνα ενδέχεται να μην εξασφαλίσει κατάλληλη πρόσβαση στη φαρμακευτική υπηρεσία σε ορισμένες γεωγραφικές ζώνες μεγάλης δημογραφικής συγκέντρωσης

Δεν υπάρχουν σχόλια: